Πότε σταματήσαμε να είμαστε αυθεντικοί για να εξασφαλίσουμε ότι θα αγαπηθούμε;
Πόσες φορές χαμογελάσατε ενώ μέσα σας θέλατε να κλάψετε; Πόσες φορές κάνατε επιλογές —σε καριέρα, σχέσεις ή χόμπι— με γνώμονα το «τι θα πουν οι άλλοι» κι όχι το τι σας εκφράζει πραγματικά;
Από μικροί μαθαίνουμε να είμαστε «καλά παιδιά», να μην ενοχλούμε, να ικανοποιούμε προσδοκίες. Μαζί με την αποδοχή, όμως, συχνά χάνουμε και κάτι θεμελιώδες: την επαφή με τον αληθινό εαυτό μας.
Η θεωρία του Winnicott
Ο Βρετανός παιδίατρος και ψυχαναλυτής D.W. Winnicott μίλησε για τη διάκριση ανάμεσα στον Αληθινό και τον Ψευδή Εαυτό.
Ο Αληθινός Εαυτός είναι η πηγή της ζωντανής, αυθόρμητης εμπειρίας. Είναι η φωνή που νιώθει, επιθυμεί, δημιουργεί — αυτή που ψιθυρίζει «είμαι ζωντανός».
Ο Ψευδής Εαυτός είναι η μάσκα που φορούμε για να προστατευτούμε. Μια προσαρμογή που αναπτύσσουμε για να χωρέσουμε σε έναν κόσμο που δεν μας αποδέχεται όπως είμαστε.
Η ιστορία του ξεκινά πολύ νωρίς, στα πρώτα βιώματα ζωής. Όταν ένα βρέφος εκφράζει μια ανάγκη και βρίσκει ανταπόκριση, νιώθει ότι ο κόσμος είναι ασφαλής και ότι μπορεί να είναι ο εαυτός του.
Αν όμως το περιβάλλον είναι αδιάφορο ή επικριτικό, το μήνυμα που παίρνει είναι:
«Όταν είμαι αυθεντικός, απορρίπτομαι. Άρα, για να αγαπηθώ, πρέπει να είμαι κάτι άλλο.»
Έτσι, το παιδί μαθαίνει να κρύβει τον αληθινό του εαυτό και να προβάλλει προς τα έξω έναν ψευδή εαυτό — ήσυχο, ευγενικό, προσαρμοσμένο. Έναν εαυτό που εξασφαλίζει την αγάπη, αλλά με τίμημα την αυθεντικότητα.
Ο ψευδής εαυτός δεν είναι εξ ορισμού «κακός». Μας βοηθά να λειτουργούμε κοινωνικά, να κρατούμε ισορροπίες. Γίνεται όμως πρόβλημα όταν αναλαμβάνει ολοκληρωτικά το τιμόνι.
Τότε, ο ενήλικας φαίνεται ικανός και επιτυχημένος, όμως μέσα του βιώνει:
Αίσθημα κενού: σαν η ζωή να έχει χάσει το νόημά της.
Απάθεια: η ανικανότητα να νιώσει βαθιά χαρά ή λύπη.
Σύνδρομο του απατεώνα: ο φόβος ότι «αν με γνώριζαν πραγματικά, δεν θα με ήθελαν».
Εξάντληση: η συνεχής προσπάθεια να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των άλλων τον εξουθενώνει ψυχικά.
Η επιστροφή στην αυθεντικότητα
Η θεραπεία δεν στοχεύει στην εξάλειψη του ψευδούς εαυτού, αλλά στην αποκατάσταση της ισορροπίας — ώστε να ακουστεί ξανά η φωνή του αληθινού.
Αυτό απαιτεί θάρρος και πρακτική:
Αναγνώριση: Παρατηρήστε πού συμβιβάζεστε. Πότε λέτε «ναι» ενώ μέσα σας υπάρχει ένα καθαρό «όχι».
Αποδοχή των δύσκολων συναισθημάτων: Ο θυμός, η ζήλια, η πλήξη είναι μηνύματα του αληθινού εαυτού. Ακούστε τα χωρίς ενοχή.
Μικρές πράξεις αυθεντικότητας: Εκφράστε μια διαφωνία, μια αληθινή επιθυμία, σε ένα ασφαλές πλαίσιο. Θα δείτε πως ο κόσμος δεν καταρρέει.
Επίλογος
Ο Winnicott έλεγε: «Είναι χαρά να κρύβεσαι, αλλά συμφορά να μη σε βρίσκουν.»
Ο ψευδής εαυτός κάποτε μάς προστάτεψε. Τώρα όμως, ως ενήλικες, μπορούμε να του πούμε πως είμαστε έτοιμοι να ζήσουμε χωρίς τη μάσκα του.
Η ψυχοθεραπεία είναι ακριβώς αυτός ο χώρος όπου δεν χρειάζεται να προσποιηθείτε τίποτα· όπου μπορείτε, ίσως για πρώτη φορά, να είστε απλώς ο εαυτός σας.
Για πολλούς ανθρώπους, η λέξη «μόνος» ηχεί τρομακτική. Στο μυαλό μας είναι συχνά συνδεδεμένη με την εγκατάλειψη, τη θλίψη ή το κοινωνικό περιθώριο. Σήμερα, στην εποχή της απόλυτης ψηφιακής σύνδεσης, η στιγμή που θα μείνουμε χωρίς παρέα ή χωρίς ειδοποιήσεις στο κινητό, βιώνεται συχνά ως ένα ανυπόφορο κενό που πρέπει να γεμίσει άμεσα.
Ωστόσο, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε δύο καταστάσεις που συχνά μπερδεύουμε:
Μοναξιά: Είναι το οδυνηρό αίσθημα της έλλειψης. Είναι η απόσταση ανάμεσα στις σχέσεις που έχουμε και σε εκείνες που θα θέλαμε να έχουμε. Είναι ένα «μαζί» που λείπει.
Μοναχικότητα: Είναι η θετική πλευρά. Είναι ο χρόνος που επιλέγουμε να περάσουμε με τον εαυτό μας για αναστοχασμό, δημιουργικότητα και εσωτερική ανασυγκρότηση.
Ο σπουδαίος παιδίατρος και ψυχαναλυτής D.W. Winnicott, στο κλασικό του έργο "The Capacity to be Alone" (1958), υποστήριξε ότι η ικανότητα να είναι κανείς μόνος και να νιώθει καλά, είναι ένας από τους σημαντικότερους δείκτες συναισθηματικής υγείας. Το παράδοξο είναι ότι για να μάθουμε να είμαστε μόνοι, πρέπει πρώτα να μην είμαστε μόνοι.
Σκεφτείτε ένα βρέφος που παίζει ήσυχα στο χαλί με τα κυβάκια του. Η μητέρα (ή ο φροντιστής) βρίσκεται κάπου κοντά, διαβάζοντας ένα βιβλίο ή κάνοντας μια άλλη εργασία. Δεν παρεμβαίνει στο παιχνίδι του, αλλά είναι διαθέσιμη. Το παιδί βιώνει την εμπειρία του «να είναι μόνο του, παρουσία κάποιου άλλου». Επειδή νιώθει ασφαλές, μπορεί να αφεθεί στις δικές του σκέψεις και φαντασιώσεις, χωρίς να χρειάζεται να «αντιδρά» συνεχώς στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος.
Σιγά-σιγά, το παιδί «εσωτερικεύει» αυτή την προστατευτική παρουσία. Μεγαλώνοντας, μπορεί να είναι πραγματικά μόνο του, γιατί κουβαλάει μέσα του τη σιγουριά ότι κάποιος «είναι εκεί», ακόμα κι αν δεν φαίνεται.
Όταν αυτή η διαδικασία δεν ολοκληρωθεί ομαλά —για παράδειγμα, αν ένας γονέας ήταν υπερβολικά παρεμβατικός ή συναισθηματικά απών— ο ενήλικας δυσκολεύεται να αντέξει τον εαυτό του.
Χωρίς την επιβεβαίωση των άλλων, ο εαυτός νιώθει ότι κινδυνεύει να «διαλυθεί». Αυτό οδηγεί σε συγκεκριμένες συμπεριφορές:
Εγκλωβισμός σε δυσλειτουργικές σχέσεις: Προτιμούν μια κακή σχέση από το να έρθουν αντιμέτωποι με τη μοναξιά τους.
Συνεχής θόρυβος: Τηλεόραση που παίζει στο παρασκήνιο, ατελείωτο σκρολάρισμα στα social media, συνεχείς έξοδοι.
Άγχος κενού: Ο ελεύθερος χρόνος βιώνεται ως αφόρητη βαρεμάρα ή πανικός.
Όταν κατακτήσουμε την ικανότητα να νιώθουμε άνετα στη μοναξιά μας, η συνθήκη αλλάζει. Η μοναχικότητα παύει να είναι απόδραση από τους άλλους και γίνεται επιστροφή στον εαυτό.
Η πηγή της δημιουργικότητας: Μόνο όταν σταματήσουμε να ανταποκρινόμαστε στις απαιτήσεις των άλλων, μπορούμε να ακούσουμε τη δική μας εσωτερική φωνή.
Ψυχικός χώρος: Όπως το σώμα χρειάζεται χρόνο για να χωνέψει το φαγητό, έτσι και η ψυχή χρειάζεται τις «παύσεις» για να επεξεργαστεί τα συναισθήματα και τις εμπειρίες της ημέρας.
Ξεκούραση: Η κοινωνική αλληλεπίδραση, όσο ευχάριστη κι αν είναι, καταναλώνει ενέργεια. Η σιωπηλή μόνωση είναι η απόλυτη μορφή ψυχικής αποφόρτισης.
Συχνά, οι άνθρωποι ξεκινούν θεραπεία λέγοντας «νιώθω πολύ μόνος». Στόχος μας δεν είναι απλώς να τους βοηθήσουμε να βρουν φίλους, αλλά να τους μάθουμε να είναι καλή παρέα για τον εαυτό τους.
Η θεραπευτική συνεδρία αναπαριστά την πρώιμη συνθήκη του Winnicott. Ο θεραπευτής είναι παρών και υποστηρικτικός. Επιτρέπει στον θεραπευόμενο να βυθιστεί στις σκέψεις του, να σιωπήσει αν το επιθυμεί, και να ανακαλύψει σταδιακά ότι είναι ασφαλές να είναι απλώς ο εαυτός του, χωρίς προσωπεία.
Μαθαίνοντας να είμαστε μόνοι χωρίς φόβο, γινόμαστε τελικά ικανοί για πιο ουσιαστικές σχέσεις. Για να συνδεθούμε υγιώς με κάποιον άλλον, πρέπει πρώτα να μπορούμε να σταθούμε στα πόδια μας μόνοι μας.
Έτσι, η σύνδεση γίνεται από επιλογή και όχι από ανάγκη και πανικό.
Ο John Bowlby, ο πατέρας της θεωρίας του δεσμού, μας δίδαξε κάτι θεμελιώδες: η ανάγκη μας να συνδεθούμε με τον βασικό μας φροντιστή αποτελεί μια βασική ανάγκη όλων των βρεφών.
Ο Bowlby μίλησε για τα «Εσωτερικευμένα Λειτουργικά Μοντέλα». Ας τα φανταστούμε σαν εσωτερικούς χάρτες που καθορίζουν τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας και τους άλλους. Αυτοί οι χάρτες σχεδιάζονται τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, μέσα από τις καθημερινές στιγμές με τους γονείς μας, και καθορίζουν πώς θα «διαβάζουμε» τις σχέσεις μας για την υπόλοιπη ζωή μας.
Ανάλογα με το πώς ανταποκρίνονται οι γονείς στις ανάγκες του παιδιού, γράφονται διαφορετικά εσωτερικά σενάρια:
Όταν οι γονείς απορρίπτουν σταθερά τις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού, εκείνο παίρνει ένα σκληρό μάθημα: «Κάθε φορά που ζητάω βοήθεια ή αγκαλιά, πονάω γιατί με αγνοούν». Το παιδί αποφασίζει ασυνείδητα να «παγώσει» τις ανάγκες του. Μαθαίνει να βασίζεται μόνο στον εαυτό του, όχι επειδή είναι πραγματικά αυτόνομο, αλλά για να προστατευτεί από τον πόνο της απόρριψης.
Όταν οι γονείς είναι ασυνεπείς —τη μια στιγμή ζεστοί και την άλλη απόμακροι— το παιδί ζει σε σύγχυση: «Δεν ξέρω ποιο πρόσωπο της μαμάς ή του μπαμπά θα συναντήσω σήμερα». Το παιδί αναπτύσσει ένα μόνιμο άγχος. Γίνεται σαν ένα ραντάρ που σκανάρει συνεχώς τον χώρο για σημάδια εγκατάλειψης, ζητώντας διαρκώς επιβεβαίωση για να νιώσει ασφαλές.
Στις περιπτώσεις κακοποίησης, το παιδί βιώνει το απόλυτο παράδοξο: «Ο άνθρωπος που πρέπει να με προστατεύσει, είναι ο ίδιος που με τρομάζει». Το παιδί παγιδεύεται. Θέλει να πλησιάσει για να σωθεί, αλλά πρέπει να φύγει για να γλιτώσει. Μαθαίνει πως η εμπιστοσύνη είναι θανάσιμος κίνδυνος.
Γιατί θυμώνουμε όταν κάποιος μας πλησιάζει ;
Εδώ ερχόμαστε στο κρίσιμο ερώτημα: Γιατί ένας ενήλικας αντιδρά με θυμό ή επιθετικότητα όταν κάποιος τον πλησιάζει;
Ο θυμός σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι κακία. Λειτουργεί ως μηχανισμός ασφαλείας για να δημιουργήσει απόσταση.
Όταν κάποιος πλησιάζει έναν τραυματισμένο ψυχικά άνθρωπο με αληθινό ενδιαφέρον, το σύστημα συναγερμού του χτυπάει «κόκκινο». Η εγγύτητα δεν μεταφράζεται ως ανακούφιση, αλλά ως απειλή εισβολής. Ο θυμός λοιπόν φωνάζει: «Σταμάτα εκεί! Μην πλησιάζεις άλλο, γιατί θα ξαναπληγωθώ».
Πίσω από αυτόν τον θυμό κρύβονται δύο σημαντικοί μηχανισμοί άμυνας:
Ταύτιση με τον Επιτιθέμενο: Η Anna Freud περιέγραψε αυτόν τον μηχανισμό: το άτομο ασυνείδητα αντιγράφει τη συμπεριφορά εκείνου που το απέρριψε ή το πλήγωσε. Η λογική είναι απλή: «Αν σε απορρίψω εγώ πρώτος, δεν θα προλάβεις να με απορρίψεις εσύ». Έτσι, από παθητικό θύμα που περίμενε το χτύπημα, το άτομο γίνεται αυτό που ορίζει πώς θα παιχτεί το παιχνίδι. Κερδίζει έναν—ψευδή—έλεγχο πάνω στην κατάσταση.
Σχηματισμός εξ αντιδράσεως: Δείχνουμε θυμό και ανεξαρτησία ακριβώς για να κρύψουμε το αντίθετο: τη βαθιά, σχεδόν απελπισμένη λαχτάρα μας για αγάπη και σύνδεση. Επειδή η ανάγκη για αγάπη έχει συνδεθεί στο μυαλό μας με πόνο, την μεταμφιέζουμε. Τη μετατρέπουμε σε επιθετικότητα. Είναι σαν να φωνάζουμε: «Δεν σε χρειάζομαι καθόλου!», ενώ μέσα μας ουρλιάζει μια άλλη φωνή: «Σε παρακαλώ, μη φύγεις».
Ο ρόλος της ψυχοθεραπείας
Η ψυχοθεραπεία προσφέρει κάτι που έλειψε από το παρελθόν: μια σταθερή και ασφαλή βάση. Είναι ένας χώρος όπου το άτομο μπορεί να δοκιμάσει να σχετιστεί αλλιώς, χωρίς τον φόβο ότι θα τιμωρηθεί ή θα εγκαταλειφθεί. Μέσα από τη θεραπευτική σχέση, το άτομο μαθαίνει ξανά από την αρχή ότι το να βασίζεσαι σε κάποιον δεν σημαίνει ότι θα καταστραφείς, αλλά ότι μπορείς, επιτέλους, να ξεκουραστείς.