Υπάρχει μια κοινή αντίληψη ότι οι νάρκισσοι είναι «κακομαθημένα» παιδιά που δέχτηκαν υπερβολική αγάπη. Θεωρούμε ότι η ανατροφή τους καλλιέργησε την αντίληψη πως όλα περιστρέφονται γύρω από αυτούς.
Η Ψυχολογία του Εαυτού του Heinz Kohut έρχεται να ανατρέψει αυτή την εικόνα. Ο παθολογικός ναρκισσισμός δεν προκύπτει από την υπερβολική φροντίδα, αλλά από την έλλειψή της.
Προκύπτει από ένα βαθύ κενό: Δεν ένιωσε ποτέ ότι οι γονείς του το "βλέπουν" πραγματικά για αυτό που είναι.
Κάθε βρέφος γεννιέται σε μια κατάσταση πρωτογενούς ναρκισσισμού. Νιώθει παντοδύναμο, τέλειο, το απόλυτο κέντρο του σύμπαντος. Αυτή η φάση είναι απόλυτα φυσιολογική και υγιής.
Για να χτίσει όμως έναν συγκροτημένο Εαυτό, το παιδί έχει μια βασική ανάγκη: Χρειάζεται τον φροντιστή (συνήθως τη μητέρα) να καθρεφτίζει αυτή την αίσθηση μεγαλείου.
Παράδειγμα: Το παιδί φωνάζει «Μαμά, κοίτα!». Η μητέρα ανταποκρίνεται με ζεστασιά και θαυμασμό. Το βλέμμα της λέει χωρίς λόγια: «Σε βλέπω. Είσαι σημαντικός. Υπάρχεις.»
Η μητέρα αργεί λίγο να φέρει το γάλα.
Δεν καταλαβαίνει αμέσως τι ακριβώς θέλει το παιδί.
Αυτές οι μικρές, διαχειρίσιμες απογοητεύσεις μαθαίνουν στο παιδί να αντέχει την πραγματικότητα. Αναγκάζεται σιγά-σιγά να μάθει να παρηγορεί τον εαυτό του και να εσωτερικεύει τη φροντίδα που δέχεται.
Το αποτέλεσμα; Χτίζει εσωτερική σταθερότητα και ανεξαρτησία (αυτό ο Kohut το ονόμασε μετουσιωτική εσωτερίκευση).
Ο ναρκισσισμός γεννιέται όταν υπάρχει χρόνια αποτυχία ενσυναίσθησης. Αυτό συμβαίνει συνήθως με δύο τρόπους:
Συναισθηματική απουσία: Ο γονιός είναι ψυχρός, καταθλιπτικός ή αδιάφορος. Δεν υπάρχει «λάμψη» στο βλέμμα. Το παιδί νιώθει αόρατο.
Το παιδί ως επέκταση: Ο γονιός αγαπά το παιδί μόνο όταν αυτό ικανοποιεί τις δικές του ανάγκες (είναι καλός μαθητής, όμορφος, ήσυχος). Το παιδί μαθαίνει: «Αξίζω μόνο για την εικόνα μου, όχι για αυτό που είμαι.»
Αντί για ήπια προσγείωση στην πραγματικότητα, το παιδί βιώνει την απουσία άμεσης ικανοποίησης ως απόρριψη ή εγκατάλειψη. Ο Εαυτός δεν συγκροτείται. Λείπει η συναισθηματική αυτονομία. Σε αυτές τις συνθήκες ένας ενήλικας νιώθει "μισός" χωρίς το χειροκρότημα των άλλων, εγκλωβισμένος σε μια διαρκή νηπιακή ανάγκη για επιβεβαίωση.
Το παιδί αυτό μεγαλώνει, αλλά ψυχικά παραμένει «παγωμένο» στο χρόνο. Ο ενήλικας νάρκισσος εξαρτάται απόλυτα από το βλέμμα των άλλων για να νιώσει ότι έχει αξία.
Η αλαζονεία του είναι μια απεγνωσμένη κραυγή: «Κοίτα με! Υπάρχω!»
Η ευθιξία του αποδεικνύει ότι δεν έχει εσωτερικούς μηχανισμούς να ηρεμήσει τον εαυτό του.
Όπως το βρέφος χρειαζόταν τη μητέρα για να υπάρξει, έτσι τώρα ο ενήλικας χρειάζεται το «κοινό» του.
Ο νάρκισσος δεν αγαπά υπερβολικά τον εαυτό του. Δεν μπορεί να τον αγαπήσει — γιατί δεν ένιωσε ποτέ αγαπημένος πραγματικά για αυτό που είναι. Πίσω από τη μάσκα της δύναμης, αναζητά διαρκώς εκείνη τη χαμένη «λάμψη στο βλέμμα» που δεν ήρθε ποτέ στην παιδικότητά του.
Έχετε βρεθεί ποτέ σε μια κατάσταση όπου ένα φαινομενικά αθώο ή ασήμαντο σχόλιο προκαλεί μια έντονη, δυσανάλογη αντίδραση — σχεδόν εκρηκτική;
Σε τέτοιες στιγμές, συχνά προσπαθούμε να εντοπίσουμε τι μπορεί να είπαμε «λάθος» ή ποιο στοιχείο πυροδότησε αυτή την απρόσμενη ένταση. Κι όμως, η σφοδρότητα της αντίδρασης ξεπερνά την επιφανειακή αφορμή και μας φαίνεται ακατανόητη.
Ο Heinz Kohut μάς προσφέρει ένα ουσιαστικό πλαίσιο κατανόησης αυτών των φαινομένων. Ως θεμελιωτής της Ψυχολογίας του Εαυτού, υποστήριξε ότι τέτοιου είδους έντονες αντιδράσεις αποτελούν στην πραγματικότητα έναν προστατευτικό μηχανισμό απέναντι σε βαθιά αισθήματα ανεπάρκειας και ευαλωτότητας.
Ονόμασε αυτές τις εκρήξεις «Ναρκισσιστική Οργή»: μια ισχυρή συναισθηματική αντίδραση που προκύπτει όταν το άτομο βιώνει ένα ναρκισσιστικό τραύμα, δηλαδή μια «ρωγμή» στην αίσθηση συνοχής και αξίας του εαυτού του.
Σύμφωνα με τον Kohut, είναι ουσιώδες να διακρίνουμε τον φυσιολογικό θυμό από τη ναρκισσιστική οργή:
Ο ώριμος θυμός έχει προσαρμοστικό χαρακτήρα. Αποσκοπεί στην άρση ενός εμποδίου ή μιας αδικίας και, μόλις η κατάσταση εξομαλυνθεί, η ένταση υποχωρεί.
Η ναρκισσιστική οργή είναι δυσανάλογη προς την αφορμή. Δεν στοχεύει στη λύση του προβλήματος, αλλά στην εκμηδένιση του προσώπου που προκάλεσε την ενόχληση. Πρόκειται για μια έκρηξη που πηγάζει από την εμπειρία μιας βαθιάς προσβολής και χαρακτηρίζεται από μια παροδική, αλλά τρομακτική, απουσία ενσυναίσθησης.
Πώς εκδηλώνεται η ναρκισσιστική οργή ;
Τα βασικά χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν:
Υπερβολικά συναισθήματα θυμού και εκδίκησης
Ψυχαναγκαστική ανάγκη για διόρθωση των αντιληπτών αδικιών
Δυσκολία διατήρησης προοπτικής κατά τη διάρκεια συναισθηματικών επεισοδίων
Έντονα συναισθήματα ντροπής ή ταπείνωσης που κρύβονται πίσω από τον θυμό
Επίμονες σκέψεις για εκδίκηση ή αντίποινα.
Για να κατανοήσουμε την ένταση μιας τέτοιας έκρηξης, πρέπει να κοιτάξουμε πίσω από την συμπεριφορά.
Ο Kohut υποστήριξε ότι ο ναρκισσιστικός εαυτός δεν έχει εσωτερική συνοχή. Αντίθετα, οργανώνεται γύρω από έναν Μεγαλειώδη Εαυτό — μια ιδεατή, κατασκευασμένη εικόνα τελειότητας και παντοδυναμίας.
Η εικόνα αυτή είναι ζωτικής σημασίας για την ψυχική του επιβίωση, αλλά παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη. Ο ναρκισσιστικός εαυτός εξαρτάται από το εξωτερικό περιβάλλον (τους σημαντικούς Άλλους) για να διατηρεί αυτή την αίσθηση μεγαλείου. Η διαδικασία αυτή, που ο Kohut ονόμασε καθρέφτισμα (mirroring), επιτρέπει στο άτομο να αντλεί σταθερότητα μέσα από τον θαυμασμό και την επιβεβαίωση των άλλων.
Τι συμβαίνει όμως όταν υπάρξει κριτική, απόρριψη ή ακόμα και αδιαφορία;
Αυτό αποτελεί το λεγόμενο «Ναρκισσιστικό Πλήγμα». Δεν πρόκειται απλώς για προσβολή. Για τον νάρκισσο, η στιγμή εκείνη βιώνεται ως απειλή αφανισμού. Ο Kohut χρησιμοποίησε τον όρο κατακερματισμό.. Ο νάρκισσος νιώθει ότι ο εαυτός του διαλύεται, ότι χάνει τη συνοχή του και βυθίζεται σε ένα χάος ντροπής.
Εδώ ακριβώς ενεργοποιείται η οργή. Δεν είναι μια επίθεση ισχύος, αλλά μια απεγνωσμένη προσπάθεια ανασυγκρότησης.
Μέσω της οργής, ο νάρκισσος προσπαθεί:
Να μετατρέψει την παθητική ντροπή (που βιώνει ο ίδιος) σε ενεργητικό φόβο (που προκαλεί σε εσάς).
Να αποκαταστήσει την αίσθηση της παντοδυναμίας και του ελέγχου.
Να «εξαφανίσει» την πηγή του τραύματος (δηλαδή εσάς ή τα λόγια σας).
Σύμφωνα με τον Kohut, η οργή λειτουργεί ως η «κόλλα» που κρατάει ενωμένα τα κομμάτια ενός διαλυμένου εαυτού.
Αυτό που σοκάρει τους αποδέκτες της οργής είναι η αλλαγή στο βλέμμα και η σκληρότητα. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, ο νάρκισσος υφίσταται μια προσωρινή απώλεια της ικανότητας για ενσυναίσθηση.
Εκείνη τη στιγμή, βλέπει τον άνθρωπο απέναντί του όχι ως σύντροφο ή φίλο, αλλά ως έναν «εχθρό» που πρέπει να εξουδετερωθεί για να σταματήσει ο δικός του εσωτερικός πόνος. Αυτή η διαδικασία είναι που κάνει την οργή τόσο τραυματική για το θύμα.
Όταν βλέπουμε έναν νάρκισσο να εκρήγνυται για μια ασήμαντη αφορμή, δεν βλέπουμε έναν «κακό» άνθρωπο που θέλει να μας βλάψει επειδή κάναμε λάθος. Βλέπουμε έναν ψυχικά ευάλωτο οργανισμό που παλεύει να διαχειριστεί τον τρόμο της διάλυσης.
Η οργή του δεν είναι απόδειξη της δύναμής του, αλλά η πιο ηχηρή ομολογία της εσωτερικής του αδυναμίας.