Ζούμε σε έναν κόσμο που θαυμάζει την άψογη εικόνα, και η γονεϊκότητα δεν ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα. Μέσα μας έχει σχηματιστεί η ιδέα ότι πρέπει να τα καταφέρνουμε όλα: να είμαστε παρόντες, υπεύθυνοι, δημιουργικοί, και πάνω απ' όλα, άψογοι. Κουβαλάμε μια μεγάλη λίστα υποχρεώσεων που δεν τελειώνει ποτέ, και κάθε λάθος μοιάζει με προσωπική αποτυχία.
Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν προσθέσει κι ένα ακόμα επίπεδο πίεσης. Παντού βλέπουμε γονείς που φαίνονται ακούραστοι, γεμάτοι ιδέες, πάντα με το σωστό λόγο. Αυτές οι εικόνες δημιουργούν ένα πρότυπο που είναι όχι μόνο ανέφικτο, αλλά και ψεύτικο.
Ο Βρετανός παιδίατρος και ψυχαναλυτής D.W. Winnicott υπήρξε από τους σημαντικότερους θεραπευτές που ανέδειξαν την αξία της ατέλειας. Τόλμησε να πει πως το παιδί δεν χρειάζεται έναν τέλειο γονιό, αλλά έναν «αρκετά καλό» (good enough parent) — έναν γονιό αληθινό, που μπορεί να κάνει λάθη, να θυμώνει, να κουράζεται και να διορθώνει.
Ο «αρκετά καλός γονιός» δεν προσφέρει μια ψεύτικη πραγματικότητα, αλλά μια ανθρώπινη εμπειρία. Καθώς μεγαλώνει το παιδί, ο γονιός γίνεται ο «καθρέφτης» που του διδάσκει πως η ζωή έχει ματαιώσεις, αλλά και την ελπίδα ότι όλα μπορούν να επιδιορθωθούν.
Η τελειότητα γίνεται παγίδα. Ο τέλειος γονιός δεν αφήνει χώρο για τη ζωή να εισχωρήσει, δημιουργώντας άγχος τόσο στον ίδιο όσο και στο παιδί. Η γονεϊκή εξουθένωση είναι η κατάσταση όπου ο ψυχικός χώρος του γονιού στενεύει τόσο, που παύει να υπάρχει «χώρος για το παιδί».
Η εξουθένωση συνήθως διαμορφώνεται μέσα από τρεις διεργασίες:
Σωματική και Ψυχική Εξάντληση: Η φροντίδα μετατρέπεται σε αγγαρεία. Το σώμα κουράζεται, το συναίσθημα μουδιάζει, κι αυτό που άλλοτε ήταν προσφορά, γίνεται καθαρή επιβίωση.
Συναισθηματική Απόσυρση: Για να αντέξουμε την πίεση, απομακρυνόμαστε ψυχικά. Το παιδί βλέπει έναν γονιό που βρίσκεται εκεί σωματικά, αλλά δεν «είναι» εκεί ψυχικά.
Απώλεια Αίσθησης Επάρκειας: Αρχίζουμε να αμφισβητούμε τον εαυτό μας. Οι ενοχές και η ντροπή γεμίζουν τον εσωτερικό μας χώρο, εκτοπίζοντας τη χαρά και την τρυφερότητα.
Ένα παιδί που μεγαλώνει με «τέλειους» γονείς, μαθαίνει ότι τα δικά του λάθη, οι θυμοί και οι ατέλειες είναι απαράδεκτα. Αντίθετα, όταν ο γονιός χάνει την υπομονή του και μετά ζητάει συγγνώμη, διδάσκει στο παιδί το πιο σημαντικό μάθημα: την επανόρθωση.
Το παιδί νιώθει ασφάλεια όχι όταν δεν γίνονται λάθη, αλλά όταν ξέρει ότι η σχέση αντέχει τα λάθη.
Δεν χρειάζεται να είστε διαρκώς σε εγρήγορση. Η σχέση με το παιδί οικοδομείται στη συνέχεια, στην ικανότητα να επιστρέφετε μετά από κάθε σύγκρουση.
Μιλήστε για αυτό: Η εξουθένωση τρέφεται από τη σιωπή. Μιλώντας σε έναν φίλο ή θεραπευτή, σπάτε την απομόνωση.
Δώστε χώρο σε εσάς: Όπως το παιδί χρειάζεται ένα περιβάλλον που το υποστηρίζει, έτσι και ο γονιός χρειάζεται στιγμές ανάπαυσης. Το να φροντίσετε τον εαυτό σας είναι πράξη αγάπης προς το παιδί.
Αποδεχτείτε την ταλάντευση: Η γονεϊκότητα κινείται διαρκώς ανάμεσα στη χαρά και τον εκνευρισμό. Αν αντέξουμε αυτό το πεδίο, γινόμαστε «αρκετά καλοί».
Η γονεϊκή εξουθένωση δεν είναι ένδειξη αποτυχίας, αλλά ένα εσωτερικό μήνυμα που μας καλεί να επιστρέψουμε σε επαφή με τον εαυτό μας. Στην συμβουλευτική, μπορούμε να δημιουργήσουμε τον ασφαλή χώρο για να επεξεργαστείτε τις ενοχές και να ξαναχτίσετε μια ρεαλιστική σχέση με τα παιδιά σας.
Μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα, η επιστημονική κοινότητα αντιμετώπιζε τα νεογέννητα ως παθητικά όντα, αποκομμένα από τον κοινωνικό κόσμο, που αντιδρούν αυτόματα μόνο στις σωματικές τους ανάγκες. Ο Colwyn Trevarthen, καθηγητής αναπτυξιακής ψυχολογίας, ήρθε να αμφισβητήσει και να ανατρέψει ριζικά αυτή την αντίληψη. Μέσα από δεκαετίες συστηματικής έρευνας, απέδειξε οτι τα βρέφη γεννιούνται με έμφυτη βιολογική ανάγκη και ικανότητα για κοινωνική επικοινωνία και συναισθηματικό συντονισμό.
Ο Trevarthen εισήγαγε την έννοια της διυποκειμενικότητας, που περιγράφει την ανθρώπινη ικανότητα να μοιραζόμαστε εσωτερικές καταστάσεις - σκέψεις, προθέσεις, συναισθήματα - με έναν άλλον. Πριν το έργο του, οι επιστήμονες θεωρούσαν ότι αυτή η ικανότητα αναπτύσσεται αργά, μέσω εμπειρίας και μάθησης. Μέσω ανάλυσης βιντεοσκοπημένων αλληλεπιδράσεων, όμως, ο Trevarthen κατέγραψε ότι ήδη από τις πρώτες εβδομάδες ζωής, τα βρέφη επιδιώκουν ενεργά να συντονιστούν με τους φροντιστές τους.
Η πρωτογενής διυποκειμενικότητα ξεκινά γύρω στον δεύτερο μήνα της βρεφικής ηλικίας. Εκεί εντοπίζουμε τις περίφημες «πρωτο-συζητήσεις» - δυαδικές αλληλεπιδράσεις που, παρότι στερούνται λέξεων, φέρουν όλα τα χαρακτηριστικά γνήσιου διαλόγου. Όταν μια μητέρα απευθύνεται στο τρίμηνο μωρό της με τρυφερό τόνο και κάνει σκόπιμη παύση, το βρέφος ανταποκρίνεται με φωνητικούς ήχους, εκφραστικές κινήσεις και βλέμμα που προδίδει πρόθεση επικοινωνίας. Ο χρονισμός αυτής της ανταλλαγής είναι εκπληκτικά ακριβής, αποκαλύπτοντας βαθιά διαδραστική συμμετοχή.
Γύρω στον ένατο μήνα επέρχεται μια καθοριστική μετάβαση: η δευτερογενής διυποκειμενικότητα. Η σχέση μετατρέπεται από δυαδική σε τριαδική - το βρέφος ανακαλύπτει ότι μπορεί να μοιραστεί το ενδιαφέρον του για αντικείμενα και γεγονότα του εξωτερικού κόσμου με τους γονείς του. Όταν ένα μωρό δείχνει ένα παιχνίδι και αναζητά με το βλέμμα επιβεβαίωση από τη μητέρα, διατυπώνει μια σιωπηλή ερώτηση: «Βλέπεις κι εσύ αυτό;». Αυτή η ικανότητα κοινού προσανατολισμού αποτελεί τη θεμελιώδη βάση για τη επικοινωνία.
Ο Trevarthen υποστήριξε ότι η αρχιτεκτονική του ανθρώπινου εγκεφάλου μας ωθεί διαρκώς να αναζητούμε «συντροφικά μυαλά». Ακόμα και όταν βρισκόμαστε μόνοι, συνεχίζουμε να σκεφτόμαστε σαν σε διάλογο, απευθυνόμενοι σε έναν «εικονικό άλλον» - μια εσωτερική αναπαράσταση ενός συνομιλητή. Αυτή η παρατήρηση ρίχνει φως στο γιατί η κοινωνική απομόνωση βιώνεται με τόσο έντονο πόνο: δεν είναι απλώς δυσάρεστη, αλλά αντιτίθεται στη βασική βιολογική μας αρχιτεκτονική. Χωρίς τον άλλον, ο εαυτός παραμένει ατελής.
Η κατανόηση που προσφέρει η εργασία του Trevarthen αλλάζει ριζικά τον τρόπο που προσεγγίζουμε τη ψυχοθεραπεία. Αναγνωρίζουμε ότι πολλοί ασθενείς έρχονται για ψυχοθεραπεία με τραυματισμένη ή διαταραγμένη ικανότητα για διυποκειμενικό συντονισμό. Η θεραπευτική σχέση γίνεται ένας ασφαλής χώρος όπου ξαναμαθαίνουμε βιωματικά αυτήν την πρωταρχική μοιρασιά νοήματος και συναισθηματικής εμπειρίας. Τελικά, αυτό που όλοι μας αναζητούμε - συχνά χωρίς να το γνωρίζουμε - είναι η αυθεντική ανταπόκριση ενός άλλου ανθρώπου που θα ακούσει πραγματικά την ανάγκη μας για ψυχική σύνδεση, αποδοχή και αναγνώριση.